Το ιστορικό της ηρωικής εξέγερσης των κολίγων
Παρασκευή, 17 Μάρτιος 2017 07:52

107 ΧΡΟΝΙΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΞΕΓΕΡΣΗ ΤΟΥ ΚΙΛΕΛΕΡ

 

Μετά την απελευθέρωση της Θεσσαλίας από τους Οθωμανούς, το 1881, τα τσιφλίκια των Οθωμανών πέρασαν στα χέρια Ελλήνων τσιφλικάδων, μεταξύ άλλων Ελλήνων επιχειρηματιών της διασποράς, πλούσιων γιατρών, δικηγόρων κ.ά. Οι περισσότεροι ούτε καν ήξεραν πού βρίσκονταν τα τσιφλίκια τους, τα οποία «κυβερνούσαν» οι επιστάτες.

Στα τσιφλίκια - το καθένα ήταν από 10.000 έως 100.000 στρέμματα - «δούλευαν» οι κολίγοι, που ήταν ακτήμονες οι οποίοι καλλιεργούσαν τα κτήματα και έδιναν μέρος της σοδειάς - τη λεγόμενη μορτή - στους τσιφλικάδες, ενώ πλήρωναν και φόρο στο κράτος (το λεγόμενο «φόρο αροτριώντων», που επέβαλε η κυβέρνηση Τρικούπη).

Δεμένοι με τα τσιφλίκια ήταν και οι λεγόμενοι προλετάριοι της υπαίθρου - παρακεντέδες και κουλουκτσήδες - που ήταν ακτήμονες χωρικοί, οι οποίοι χρησιμοποιούνται και από τους τσιφλικάδες, αλλά και από τους κολίγους, είτε ως εργάτες γης, είτε ως βοσκοί ή και για άλλες μορφές δουλειάς.

Οι κολίγοι δούλευαν μέσα σε ασφυκτικά σκληρές συνθήκες. Οργωναν με ξύλινο αλέτρι που το τραβούσε το βόδι, θέριζαν με το δρεπάνι, αλώνιζαν με το δοκάνι, μετέφεραν τη σοδειά με τη βοϊδάμαξα. Οι τσιφλικάδες και οι επιστάτες τούς φέρονταν σαν να ήταν ζώα. Τους υποχρέωναν να εργάζονται από ήλιο σε ήλιο, ακόμα και τις Κυριακές. Δεν τους επέτρεπαν να φιλοξενούν ανθρώπους στα σπίτια τους, να κυκλοφορούν στους δρόμους μετά τη δύση του ηλίου, είχαν λόγο και στο αν θα παντρεύονται. Επιπλέον, το αφεντικό είχε το δικαίωμα να ξεπαρθενεύει τα ανύπαντρα κορίτσια, να κοιμάται την πρώτη νύχτα του γάμου με τη νύφη - το λεγόμενο «δικαίωμα της πρώτης νύχτας» - να έχει τις παντρεμένες γυναίκες να συγυρίζουν το κονάκι του και να του κάνουν το κέφι.

Βεβαίως, οι κυβερνήσεις που ακολούθησαν την απελευθέρωση από τους Οθωμανούς, ήταν πάντα και όλες στο πλευρό των τσιφλικάδων και αρνούνταν να ικανοποιήσουν το αίτημα των κολίγων, να ψηφίσουν γενικό νόμο περί απαλλοτριώσεων.

Αγώνες πριν το Κιλελέρ

Και πριν την εξέγερση το 1910, κολίγοι είχαν ξεσηκωθεί σε πολλά μέρη της Θεσσαλίας, όπως το 1881 στα χωριά Σκάλαινα (Ρίζωμα) και Βάνια (Πλάτανος) των Τρικάλων, το 1883 στο Ζάρκο Τρικάλων, το 1895 στον Παλαμά και την Καρδιτσομαγούλα Καρδίτσας, το 1905 στον Πυργετό Λάρισας.

Το 1906 έρχεται από την Κεφαλονιά στον Πυργετό της Λάρισας ο Μαρίνος Αντύπας, για να αναλάβει επικεφαλής στα κτήματα του θείου του, του τσιφλικά Σκιαδαρέση. Αμέσως αρχίζει δράση, γυρνώντας τα χωριά της Θεσσαλίας, καλώντας τους κολίγους να ξεσηκωθούν κατά των τσιφλικάδων και να τους πάρουν τα κτήματα, ενώ οργανώνει τους πρώτους «αγροτικούς συνδέσμους». Οι τσιφλικάδες αντιδρούν και στις 9/3/1907 ο Ι. Κυριακός, επιστάτης του τσιφλικά Αρ. Μεταξά, δολοφονεί τον Αντύπα. Οι κολίγοι τον μεταφέρουν νεκρό στα χέρια τους σε μια μεγάλη απόσταση, από τον Πυργετό στα Τέμπη, η σορός του εκτέθηκε σε λαϊκό προσκύνημα και ενταφιάστηκε στο Ομόλιο.

Στις 22/2/1910, η «Πανθεσσαλική Επιτροπή» και το «Κοινό των Θεσσαλών» οργανώνουν συλλαλητήρια σ' όλη τη Θεσσαλία. Το μεγαλύτερο είναι αυτό της Καρδίτσας, όπου συμμετείχαν πάνω από 12.000 αγρότες αλλά και εργαζόμενοι, όπου πέφτει και ο πρώτος νεκρός κολίγος, ο Χρ. Σάλτας από το χωριό Ανώγειο, τον οποίο σκότωσε έφιππος χωροφύλακας.

Πέντε μόλις μέρες πριν το Κιλελέρ, την 1η (14) Μάρτη, 400 κολίγοι από τα Ορφανά Καρδίτσας, οπλισμένοι με γκράδες, σταμάτησαν το τρένο, λίγο παραπέρα από το σταθμό, δηλώνοντας πως αν δεν γίνει απαλλοτρίωση θα καταστρέψουν τη γραμμή.

Η μέρα της θυσίας
 
 

Για το Σάββατο, 6 (19) Μάρτη 1910, είχε προγραμματιστεί αγροτικό συλλαλητήριο στη Λάρισα, με αίτημα την απαλλοτρίωση των τσιφλικιών. Από τα ξημερώματα κολίγοι ξεκινούσαν από χωριά της περιοχής για την πόλη, κρατώντας μαύρες και κόκκινες σημαίες. Στις εισόδους της πόλης, αναπτύσσονταν δυνάμεις καταστολής, με τους καβαλάρηδες του ιππικού και τους χωροφύλακες.

Σ' ένα χωριουδάκι έξω από τη Λάρισα, στο Κιλελέρ (Κυψέλη), κολίγοι συγκεντρώθηκαν για να επιβιβαστούν στο τρένο και να πάνε στο συλλαλητήριο. Οταν ήρθε το τρένο από το Βόλο, θέλησαν ν' ανέβουν. Δεν έβγαλαν, όμως, εισιτήριο, θεωρώντας ότι, για μια φορά και γι' αυτή την ειδική περίπτωση, είχαν το δικαίωμα να ταξιδέψουν δωρεάν.

Στο τρένο επέβαινε και ο διευθυντής των θεσσαλικών σιδηροδρομικών γραμμών, Πολίτης, συνοδεύοντας τον Γερμανό δημοσιογράφο Φίσερ. Ακούγοντας ότι οι κολίγοι δεν θέλουν να πληρώσουν εισιτήριο, διέταξε τους σιδηροδρομικούς να τους κατεβάσουν από το τρένο. Οι κολίγοι, βλέποντας πως υπήρχε στρατός, κατέβηκαν. Οργισμένοι, όμως, από τις βρισιές του Πολίτη εναντίον τους, άρχισαν να διαμαρτύρονται και να πετροβολούν την αμαξοστοιχία.

Το τρένο έφυγε, αλλά σε μικρή απόσταση παραπέρα άλλη ομάδα κολίγων, γύρω στα 800 άτομα, με κόκκινες σημαίες, προσπάθησαν να το σταματήσουν, ζητώντας να τους μεταφέρει χωρίς εισιτήριο. Βρίζοντας, πάλι, χυδαία, ο Πολίτης ζήτησε από τον αξιωματικό που ήταν επικεφαλής των στρατιωτών από το Βόλο, να «προστατεύση την έννομον τάξιν». Κι αυτός διέταξε τους ευζώνους και τους φαντάρους να πυροβολήσουν εναντίον των κολίγων.

Τρεις αγρότες - ο Στέφανος Ακριβούσ(λ)ης ή Ευαγγέλου, ο Αντώνης Δημητρίου και ο Μπόκας - πέφτουν νεκροί από τα βόλια των τσολιάδων και τραυματίζονται πολλοί. Το τρένο συνεχίζει την πορεία του και φτάνει στο σταθμό του Τσουλάρ (Μελία), όπου είναι μαζεμένοι πολλοί κολίγοι. Σταματάει εκεί κι αρχίζει ο πετροβολισμός του. Οι τσολιάδες ξαναρίχνουν στο ψαχνό σκοτώνοντας τον Αθανάσιο Νταφούλη ή Σαρτζελαριώτη και τραυματίζοντας άλλους 15.

Οι δολοφονικές επιθέσεις του στρατού κατά των κολίγων γίνονται γνωστές στ' αδέλφια τους που είναι συγκεντρωμένοι στη Λάρισα κι αρχίζουν να διαμαρτύρονται. Οι δυνάμεις καταστολής ζητούν τη διάλυσή τους, αλλά αυτοί δεν υποχωρούν. Φωνάζοντας «κάτω οι τσιφλικάδες», κινούνται κατά κύματα προς την πλατεία της πόλης.

Στην οδό Φαρσάλων, στην είσοδο της πόλης, ο υπίλαρχος Χρύσης και ο ανθυπίλαρχος Σκανδάλης διατάζουν πυρ. Ο Αποστόλης Μπατάλας, από τη Νίκαια, τραυματίζεται βαριά και πεθαίνει λίγο αργότερα, ενώ τραυματίζονται κι άλλοι πολλοί. Τα θύματα θα ήταν πολύ περισσότερα αν κάποιοι υπαξιωματικοί από το Βόλο και τον Πειραιά, που είχαν φιλοαγροτικά αισθήματα και προοδευτικές ιδέες, δεν ζητούσαν από τους φαντάρους να μη «χτυπάνε στο ψαχνό».

Παρά τις άγριες επιθέσεις, οι αγρότες καταφέρνουν να φτάσουν στην πλατεία, μπροστά στο ξενοδοχείο «Πανελλήνιον», όπου πραγματοποιείται η μεγάλη συγκέντρωση και εγκρίνεται ψήφισμα υπέρ της απαλλοτρίωσης και της διανομής των τσιφλικιών. Ως απάντηση, η κυβέρνηση με διαταγή της κυνηγά τους «πρωταίτιους» της κινητοποίησης και το επόμενο διάστημα εκατοντάδες Θεσσαλοί αγρότες φυλακίζονται για μήνες και δικάζονται. Ο αγώνας τους όμως είχε αφήσει παρακαταθήκη...