Οι «ακραίες θέσεις» έγιναν «σημεία επαφής»...
Σχόλια - Σχολιανά
Κυριακή, 30 Οκτώβριος 2016 08:04

«Στα γεμάτα» η συζήτηση για τις νέες ανατροπές, πίσω από τα επικοινωνιακά τερτίπια της κυβέρνησης

Με τη δεύτερη συνάντηση ανάμεσα στο κουαρτέτο και την κυβέρνηση ολοκληρώθηκε ο πρώτος επίσημος γύρος των συζητήσεων για τα Εργασιακά. Είναι φανερό ότι μέχρι την άλλη συνάντηση, στις 14 Νοέμβρη, οι επαφές των δύο πλευρών θα ενταθούν με την ανταλλαγή κειμένων, αλλά και με συζητήσεις μέσω τηλεδιάσκεψης, προκειμένου να προχωρήσει βάσει του χρονοδιαγράμματος η δεύτερη «αξιολόγηση», βασικό στοιχείο της οποίας είναι η μεταρρύθμιση στα Εργασιακά.

Παράλληλα με τις συζητήσεις που γίνονται, η κυβέρνηση, όπως ακριβώς και στην περίπτωση του Ασφαλιστικού, ξεδιπλώνει την επικοινωνιακή της τακτική για να ξεγελάσει και να καλλιεργήσει ανοχή στα σχέδιά της, να καθυστερήσει αντιδράσεις. Ετσι, από τις καταγγελίες για «ακραίους» και «ακραίες θέσεις» που εκτόξευσε ο Γ. Κατρούγκαλος μετά την πρώτη συνάντηση με το κουαρτέτο, την περασμένη Πέμπτη, στη δεύτερη συνάντηση για το ίδιο θέμα, ο υπουργός Εργασίας έριξε τους τόνους και έκανε λόγο για «σημεία επαφής» που συζητιούνται.

Και στη μία και στην άλλη περίπτωση, αυτό που επιδιώκεται είναι ο αποπροσανατολισμός των εργαζομένων, ώστε μέσα από τον επικοινωνιακό κουρνιαχτό να αποκρυφτεί η βαθιά αντεργατική ουσία των μέτρων που συζητιούνται. Σε αυτή τη μεθόδευση παίρνουν μέρος με μοιρασμένους ρόλους και οι «κοινωνικοί εταίροι» (εργοδοτικές οργανώσεις και πλειοψηφία της ΓΣΕΕ), που έσπευσαν να συναντηθούν «κατά μόνας» με το κουαρτέτο, επιδεικνύοντας, όπως δηλώνουν, «υπεύθυνη στάση» (πάντα για τα συμφέροντα της εργοδοσίας).

Ο κοινός στόχος όλων είναι ένας: Η κατοχύρωση και επέκταση της εργασιακής ζούγκλας, για να μειωθεί κι άλλο η τιμή της εργατικής δύναμης, ως προϋπόθεση για την ανάκαμψη της οικονομίας. Και αυτό δεν είναι μία υπόθεση, αλλά προκύπτει ξεκάθαρα από τις θέσεις που όλοι τους έχουν παρουσιάσει. Ετσι, είτε πρόκειται για την «κοινή δήλωση» των κοινωνικών εταίρων, που αποτελεί και θέση της κυβέρνησης, σύμφωνα με τα λεγόμενα του υπουργού Εργασίας, είτε για το πόρισμα της Επιτροπής των «εμπειρογνωμόνων», είτε γι' αυτά που σε δηλώσεις τους περιγράφουν εκπρόσωποι του κουαρτέτου, το αποτέλεσμα είναι καταστροφικό για τους εργαζόμενους.

Πόρισμα - ναρκοπέδιο

Ετσι, το πόρισμα της Επιτροπής των «εμπειρογνωμόνων», το οποίο αποτελεί τη βάση της διαπραγμάτευσης - σύμφωνα και με τις δηλώσεις του υπουργού Εργασίας - όχι μόνο δεν επαναφέρει τίποτα από τα εργασιακά δικαιώματα των εργαζομένων, αλλά στην πλειοψηφία των περιπτώσεων ανοίγει δρόμο για ακόμα χειρότερες εξελίξεις.

 

Συγκεκριμένα, στο ζήτημα του κατώτερου μισθού και της ΕΓΣΣΕ, το πόρισμα προτείνει μεν την επαναφορά της διαπραγμάτευσης μεταξύ εργοδοτών και συνδικάτων, αλλά προσθέτει και έναν τρίτο παίκτη, με την πρόβλεψη για «ανεξάρτητους εμπειρογνώμονες» που θα διαμορφώνουν το πλαίσιο στο οποίο θα κινείται ο κατώτερος μισθός, με κριτήριο την «παραγωγικότητα και την ανταγωνιστικότητα» της ελληνικής οικονομίας.

Επιπλέον, το πόρισμα διατηρεί το αίσχος του υπο-κατώτατου μισθού που ισχύει, μόνο που αντί του κριτηρίου της ηλικίας (πάνω ή κάτω από τα 25 έτη), θέτει ως νέο κριτήριο την «εργασιακή εμπειρία». Επομένως, διευρύνει τη δεξαμενή της ακόμα πιο φτηνής εργατικής δύναμης, αφού σήμερα ένα μεγάλο τμήμα νέων εργαζομένων και μάλιστα οι πτυχιούχοι βγαίνουν για πρώτη φορά στην αγορά εργασίας μετά το 25ο έτος της ηλικίας τους.

Για τις ομαδικές απολύσεις, το πόρισμα όχι μόνο δεν θέτει εμπόδια, αλλά μέσω των προτάσεών του ανοίγει το δρόμο για ακόμα μεγαλύτερη ευελιξία στην αγορά εργασίας, αφού οι επιχειρήσεις, στο όνομα τού να μην κάνουν τάχα απολύσεις πάνω από τα θεσμοθετημένα όρια, θα έχουν τη δυνατότητα να μειώνουν την απασχόληση στο ελάχιστο, με μαζική εφαρμογή είτε της μερικής απασχόλησης, είτε της εκ περιτροπής εργασίας, είτε και τα δύο μαζί. Το μέτρο αυτό, μάλιστα, βρήκε θερμή υποδοχή από τον υπουργό Εργασίας.

Για τις κλαδικές συμβάσεις, σε καμία περίπτωση δεν εξασφαλίζεται ούτε η επεκτασιμότητά τους, όπως ισχυρίζεται η κυβέρνηση, ούτε η ισχύς της ευνοϊκότερης σύμβασης για τον εργαζόμενο. Οι προτάσεις του πορίσματος τις καθιστούν κενό γράμμα, ένα «άδειο πουκάμισο», αφού θέτουν πλήθος εξαιρέσεων και κυρίως αναγνωρίζουν στην επιχείρηση το δικαίωμα να μην τις εφαρμόζουν, όταν επικαλεστούν οικονομικές δυσκολίες.

Στην περίπτωση της Διαιτησίας, το πόρισμα αφήνει ανοιχτό το δρόμο να υπάρξουν αλλαγές προς το χειρότερο και κυρίως να κλείσει εντελώς η πόρτα της «μονομερούς προσφυγής» στον ΟΜΕΔ.

Κατά συνέπεια, η «βάση της διαπραγμάτευσης», όπως χαρακτηρίστηκε το πόρισμα, αποτελεί πραγματικό ναρκοπέδιο για τα εργατικά δικαιώματα, όσο κι αν προσπαθεί η κυβέρνηση να πείσει για το αντίθετο...