Η επικίνδυνη μεθόδευση στο ΕΚΑ να βρει απέναντι την εργατική τάξη
Σχόλια - Σχολιανά
Κυριακή, 16 Οκτώβριος 2016 08:55

Με σειρά αποφάσεων, η «ανεξάρτητη» Δικαιοσύνη προχωρά στο διορισμό διοίκησης στο Εργατικό Κέντρο Αθήνας (ΕΚΑ), καταργώντας τη νόμιμα εκλεγμένη διοίκηση, από το 29ο Συνέδριο του μεγαλύτερου Εργατικού Κέντρου της χώρας. Η απόφαση του δικαστηρίου στηρίχθηκε στην προσφυγή που έκανε το Σωματείο Εργαζομένων της ALPHA ΒΑΝΚ, επιδιώκοντας οι δικαστικές αποφάσεις να νομιμοποιήσουν τις παρατυπίες και τις νοθείες που έκανε η ηγεσία του συγκεκριμένου σωματείου.

Η δικαστής, όμως, του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών πήγε με την απόφασή της πολύ πιο μακριά από την απλή νομιμοποίηση της νοθείας και του εκφυλισμού. Η απόφαση της δικαστού ακυρώνει στην πράξη τη δυνατότητα των συνδικαλιστικών οργάνων, ιδιαίτερα των δευτεροβάθμιων, να ελέγχουν και να νομιμοποιούν τους αντιπροσώπους των συνδικαλιστικών τους αρχαιρεσιών, όπως προβλέπουν ρητά τα καταστατικά των συνδικαλιστικών οργανώσεων, που άλλωστε γίνονται υποχρεωτικά αποδεκτά από ένα πρωτοβάθμιο σωματείο για να γίνει μέλος σε δευτεροβάθμιο. Από αυτήν τη σκοπιά, η απόφαση του δικαστηρίου ανοίγει το δρόμο του ολοκληρωτικού, άμεσου ελέγχου των συνδικάτων από το κράτος και την εργοδοσία.

Πρόκειται για μια δικαστική απόφαση - κόλαφο, ένα δικαστικό πραξικόπημα στη λειτουργία των συνδικαλιστικών οργανώσεων. Μια απόφαση ωμής και απροκάλυπτης παρέμβασης του κράτους και της εργοδοσίας, που έρχεται να αποτυπώσει το χαρακτήρα των αλλαγών που επιδιώκουν στο συνδικαλιστικό κίνημα. Τέτοιες αποφάσεις, που στηρίζονται και από τις παρατάξεις των ΣΥΡΙΖΑ, ΠΑΣΟΚ και ΝΔ στο συνδικαλιστικό κίνημα, επιβεβαιώνουν ότι πρόκειται για μια μεθοδευμένη υπόθεση, που έχει ενορχηστρωθεί από την ίδια την κυβέρνηση.

Πρέπει να συνειδητοποιηθεί από την εργατική τάξη και το σύνολο των συνδικαλιστικών οργανώσεων τι συνέπειες έχει μια τέτοια απόφαση. Σημαίνει ότι θα νομιμοποιούνται «ντε φάκτο» αντιπρόσωποι απ' όποια συνδικαλιστική οργάνωση θα εξασφαλίζει την υπογραφή ενός δικαστικού αντιπροσώπου και θα κάνει «αρχαιρεσίες» με τον τηλεφωνικό κατάλογο ή θα παίρνει τους αντιπροσώπους να τους γυρνά από Ομοσπονδία σε Ομοσπονδία και από Εργατικό Κέντρο σε Εργατικό Κέντρο για να εξασφαλίζει τους συσχετισμούς δύναμης και την αναπαραγωγή της εργατικής αριστοκρατίας στην ηγεσία των συνδικαλιστικών οργανώσεων, χωρίς τα δευτεροβάθμια όργανα να έχουν δικαίωμα να τους ελέγξουν.

Η πρώτη ευθύνη ανήκει στην κυβέρνηση

Την πρώτη ευθύνη έχει αποκλειστικά η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ - ΑΝΕΛ, η κυβέρνηση της «πρώτη φορά αριστεράς», που καταγράφηκε και αυτή στην ιστορία του συνδικαλιστικού κινήματος ως κυβέρνηση που κατάργησε νόμιμα εκλεγμένη διοίκηση συνδικαλιστικής οργάνωσης και μάλιστα τέτοιου μεγέθους. Πρόσθεσε τον εαυτό της δίπλα στις κυβερνήσεις που επέβαλαν τους Μακρη-Θεοδωρήδες, δίπλα στο ΠΑΣΟΚ που καθαίρεσε τη νόμιμα εκλεγμένη διοίκηση της ΓΣΕΕ το 1985.

Οι απαντήσεις των υπουργών της κυβέρνησης στις παραστάσεις διαμαρτυρίας των συνδικάτων και των συνδικαλιστών στα υπουργεία Δικαιοσύνης και Εργασίας, ότι «δεν είδαν, δεν άκουσαν, δεν έχουν αρμοδιότητα», αποτελούν άμεση ομολογία ότι η απόφαση του δικαστηρίου ευνοεί τους σχεδιασμούς της κυβέρνησης, που προετοιμάζει νέο χτύπημα στο συνδικαλιστικό κίνημα με τη διαμόρφωση ενός νέου συνδικαλιστικού νόμου.

Εναρμονίζεται παράλληλα με τις επιδιώξεις της εργοδοσίας, της κυβέρνησης και του συνόλου των αστικών κομμάτων, που θέλουν ένα συνδικαλιστικό κίνημα χειραγωγημένο, υποταγμένο στις επιδιώξεις του κεφαλαίου, ένα κίνημα που θα προσκυνά την ανταγωνιστικότητα και την κερδοφορία του κεφαλαίου και θα καλλιεργεί μέσα στην εργατική τάξη την αναγκαιότητα οι εργαζόμενοι να κάνουν συνεχώς θυσίες, να αφαιρούνται δικαιώματα και κατακτήσεις για να μην μπαίνουν εμπόδια στην καπιταλιστική ανάπτυξη.

Η εργατική τάξη της χώρας μας και οι συνδικαλιστικές οργανώσεις πρέπει να συνειδητοποιήσουν ότι η εργοδοσία, το κράτος, τα κόμματα του κεφαλαίου και ο μηχανισμός της εργατικής αριστοκρατίας που τους υπηρετεί μέσα στο συνδικαλιστικό κίνημα είναι αδίστακτοι. Δεν πρόκειται να κάνουν βήμα πίσω από την υλοποίηση της αντιλαϊκής τους πολιτικής. Δεν λογαριάζουν τίποτα.

Κυβέρνηση και εργοδότες ετοιμάζονται να φέρουν νέα αντεργατικά μέτρα που αφορούν την κατάργηση των ΣΣΕ, νέες μειώσεις σε μισθούς και συντάξεις, τις ομαδικές απολύσεις. Η επιδίωξή τους δεν είναι μόνο να βάλουν εμπόδια στην οργάνωση της εργατικής και λαϊκής αντίστασης, να βάλουν εμπόδια στη δράση των ταξικών συνδικαλιστικών οργανώσεων που συσπειρώνονται στο ΠΑΜΕ.

Επιδιώκουν να διατηρήσουν και, αν περνάει από το χέρι τους, να μεγαλώσουν εκείνο το στρατό των εργατοπατέρων συνδικαλιστών που έχουν καθίσει στο σβέρκο της εργατικής τάξης, με στόχο να πείθουν τους εργαζόμενους ότι μπορούμε να ζήσουμε με 400 ευρώ, μπορούμε να ζήσουμε χωρίς γιατρούς, φάρμακα, σχολεία για τα παιδιά μας. Οτι κάθε δρόμος αμφισβήτησης και αντίστασης σε αυτές τις επιλογές είναι παρωχημένα συνθήματα και ουτοπίες.

Κουρελιάζουν τα καταστατικά των συνδικάτων

Τα φαινόμενα νοθείας και εκφυλισμού είναι σημάδια ενός συνδικαλιστικού «κινήματος» που εκτρέφεται στα γραφεία της εργοδοσίας και του «κοινωνικού εταιρισμού», μιας κάστας κρατικοδίαιτων και γραφειοκρατών συνδικαλιστών, ξεκομμένης από τα πραγματικά προβλήματα και τις αγωνίες των εργαζομένων.

Μόλις πρόσφατα, ημερήσια εφημερίδα δημοσίευσε το εξής κείμενο: «Η Συλλογική Σύμβαση Εργασίας 1997, μεταξύ ΟΤΟΕ και τραπεζών, προβλέπει προνομιακή βαθμολογική και μισθολογική εξέλιξη των συνδικαλιστών που είναι αποσπασμένοι από την εργασία τους: (...) μέχρι και τον βαθμό του υποδιευθυντή β' της Εθνικής Τράπεζας και η μισθολογική προώθησή τους, δηλαδή χορήγηση αποδοχών ίσων με αυτές του διευθυντή Διεύθυνσης της Εθνικής Τράπεζας. Τα παραπάνω προνόμια δεν ενθαρρύνουν τη συνδικαλιστική δραστηριότητα. Αντίθετα, συνιστούν εργαλεία "κλειστών ομάδων" και αναπαραγωγής μηχανισμών. Σήμερα, πάνω από 20 αποσπασμένοι συνδικαλιστές έχουν αποδοχές ίσες με αυτές του διευθυντή Διεύθυνσης της Εθνικής Τράπεζας. Βρίσκονται απλωμένοι από την "κορυφή" της ΓΣΕΕ, μέχρι τα ΔΣ των τραπεζοϋπαλληλικών σωματείων. Από πολιτική "γεωγραφία", τα πρωτεία ανήκουν στο ΠΑΣΟΚ, στη ΝΔ καθώς και στους εργοδοτικούς "συνδικαλιστές" στην Alpha Bank και Eurobank. Η ΛΑ.Ε. έχει το μερίδιό της, αλλά και ο ΣΥΡΙΖΑ (...) Οι συνάδελφοι του ΠΑΜΕ δεν έχουν κάνει χρήση της παραπάνω ΣΣΕ».

Εχουν φτάσει σε τέτοιο σημείο κυνισμού και απροκάλυπτης ομολογίας της συμφωνίας τους στις προωθούμενες αλλαγές στο συνδικαλιστικό νόμο, που δε διστάζουν να λένε ότι αγωνίζονται (!!!) ώστε η διορισμένη διοίκηση να διεξαγάγει συνέδριο με μοιρασμένες τις καρέκλες. Γράφει, για παράδειγμα, η παράταξη του ΜΕΤΑ στο ΕΚΑ, σε ανακοίνωσή της στις 13/10: «...Το εκλογικό συνέδριο να γίνει με Μητρώο και αντιπροσώπους που θα νομιμοποιηθούν με ανοιχτή διαπαραταξιακή συμφωνία και δε θα υπάρξουν αμφισβητήσεις και νέες δικαστικές προσφυγές»!

Τι καταστατικά, τι δημοκρατικές και συλλογικές διαδικασίες, τι συνελεύσεις και συνέδρια... Για τα στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ και της ΛΑΕ, όπως και αυτών της ΝΔ και του ΠΑΣΟΚ, το θέμα είναι να τα βρίσκουν οι παρατάξεις, να κάνουν συμφωνίες σε κλειστές πόρτες και μακριά από τους εργαζόμενους. Να καταργηθεί η ιδεολογική και συνδικαλιστική διαπάλη, να μην έχουν λόγο οι εργαζόμενοι στις αρχαιρεσίες των συνδικάτων.

Ετσι κουρελιάζουν τα καταστατικά των συνδικαλιστικών οργανώσεων που δήθεν υπερασπίζονται. Ετσι νομιμοποίησαν νόθους αντιπροσώπους στο πρόσφατο συνέδριο της ΠΟΕΜ, χωρίς να συγκροτηθεί επιτροπή πληρεξουσίων, όπως ορίζει το καταστατικό της. Με αντίστοιχους τρόπους νομιμοποίησαν δεκάδες νόθους αντιπροσώπους στο πρόσφατο συνέδριο της ΓΣΕΕ.

 

 

Κανείς να μη μείνει θεατής

Τα συνδικάτα και οι συνδικαλιστές που συσπειρώνονται στο ΠΑΜΕ είμαστε σε ανοιχτό πόλεμο με την κυβέρνηση και τους επιχειρηματικούς ομίλους, με τις δυνάμεις των κομμάτων της πλουτοκρατίας και της εργοδοσίας στο συνδικαλιστικό κίνημα.

Δε συμμετέχουμε και δε ρίχνουμε νερό στο μύλο του εκφυλισμού και της σαπίλας στο συνδικαλιστικό κίνημα. Καλούμε τους εργαζόμενους της Αθήνας και όλης της Ελλάδας να μη νομιμοποιήσουν και να μην αναγνωρίσουν τη διορισμένη διοίκηση του ΕΚΑ. Οι εργαζόμενοι και οι συνδικαλιστικές οργανώσεις της χώρας δεν μπορούν να μείνουν θεατές σ' αυτή την ωμή παρέμβαση της κυβέρνησης και της εργοδοσίας στο συνδικαλιστικό κίνημα. Πρέπει να την καταδικάσουν και να την αντιπαλέψουν με κάθε τρόπο.

Πρέπει να δυναμώσει ακόμα πιο αποφασιστικά η συμμετοχή των εργατών και των εργατριών στα συνδικάτα, των νέων σε ηλικία εργατών, των γυναικών, των μεταναστών. Τα συνδικάτα να γίνουν κύτταρα οργάνωσης και συμμετοχής των εργαζομένων, όργανα αγώνα και διεκδίκησης απέναντι στις πολιτικές της ΕΕ, της κυβέρνησης και της εργοδοσίας, που δυναμώνουν την επίθεσή τους στο λαό.

Οι εργαζόμενοι, με μαζικές διαδικασίες, με Γενικές Συνελεύσεις και συγκεντρώσεις, στους χώρους δουλειάς, στους κλάδους, με τις μαζικές διαδικασίες στα δευτεροβάθμιά τους όργανα να εξασφαλίσουν τη γνήσια εκπροσώπηση των συμφερόντων τους. Να πετάξουν έξω από τα συνδικαλιστικά όργανα τους ανθρώπους της εργοδοσίας και των κομμάτων της πλουτοκρατίας που επιδιώκουν να βαστούν καθηλωμένη την εργατική τάξη, να μη διεκδικεί, να μην αγωνίζεται, να συμβιβάζεται με τα ψίχουλα και τη μίζερη ζωή.

Οι συνδικαλιστικές οργανώσεις και οι συνδικαλιστές που συσπειρώνονται στο ΠΑΜΕ νιώθουμε τεράστια την ευθύνη να συμβάλουμε ακόμα πιο αποφασιστικά και με όλες μας τις δυνάμεις στην ανασύνταξη του εργατικού συνδικαλιστικού κινήματος. Να παλέψουμε για την κατάργηση όλων των αντεργατικών νόμων και των πολιτικών που υπηρετούν την κερδοφορία του κεφαλαίου, ενάντια στη γραμμή συμβιβασμού με τους μονοπωλιακούς ομίλους και την ΕΕ. Να διεκδικήσουμε όλες τις απώλειες σε μισθούς, συντάξεις, κοινωνικές παροχές που είχαμε όλη την περίοδο της καπιταλιστικής κρίσης. Να ανοίξουμε το δρόμο για διεκδικήσεις με βάση τις σύγχρονες ανάγκες μας.

Παλεύουμε για να δυναμώσει ένα ισχυρό και μαχητικό ταξικό ρεύμα μέσα στο εργατικό συνδικαλιστικό κίνημα, να δυναμώσει το ΠΑΜΕ που βρίσκεται στον αντίποδα του εργοδοτικού και κυβερνητικού συνδικαλισμού της ΓΣΕΕ, της ΑΔΕΔΥ και άλλων συνδικαλιστικών οργανώσεων. Για ισχυρά και μαζικά συνδικάτα, που θα εξασφαλίζουν συμμετοχή, δημοκρατικές διαδικασίες και οργάνωση της εργατικής και λαϊκής αντίστασης. Για να περάσει η εργατική τάξη στην αντεπίθεση.